ερμουπολιτικός

-ή, -ό
αυτός που ανήκει, αναφέρεται, παράγεται ή προέρχεται από την Ερμούπολη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Ερμούπολις. Η λ. μαρτυρείται από το 1844 στον Ιω. Καρασούτσα].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.